Το Ικόνιο είναι πόλη στην κεντρική Τουρκία, στο δυτικό άκρο του οροπεδίου της Μικράς Ασίας, στην αρχαία Λυκαονία, 500 χλμ ΝΑ της Σμύρνης. Κατοικείται από αρχαιότατους χρόνους καθώς ταυτίζεται με την πόλη Ikkuwaniya των Χετταίων. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει 14 πόλεις στη Λυκαονία με σπουδαιότερη το Ικόνιο. Από Αντωνίνου του Πίου μέχρι το τέλος του 3ο αι. μ.Χ. υπήρχε το Κοινόν Λυκαονίας του οποίου μέλη ήταν οι πόλεις: Ικόνιο, Λύστρα, Λάρανδα και Δέρβη (όπου πολέμησαν οι Λυκάονες μετά του Κροίσου κατά των Περσών και μετά την ήττα υπάχθηκε τυπικά στους Πέρσες). Αργότερα περιήλθαν κατά σειρά στους Μακεδόνες, στους Σελευκίδες, στον Ευμένη της Περγάμου, στον Αντίγονο, στον Αριαράθη Ε’ της Καππαδοκίας (129π.Χ.) και τελικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο Απόστολος Παύλος κήρυξε στο Ικόνιο κατά την πρώτη αποστολική περιοδεία του, μεταξύ των ετών 44-45 μ.Χ., ενώ μετέπειτα η πόλη αποτέλεσε έδρα επισκοπής και αργότερα Μητρόπολης.

Αργότερα το Ικόνιο έγινε η έδρα του Σουλτανάτου του Ρουμ, των Σελτζούκων, από το 1097 έως το 1243. Πριν το 1923 κατοικούσαν εκεί 4.000 χριστιανοί ορθόδοξοι, τουρκόφωνοι και ελληνόφωνοι. Η ελληνική κοινότητα αριθμούσε περίπου 2.500 άτομα που διατηρούσαν με δικά τους έξοδα, εκκλησία, σχολείο αρρένων και παρθεναγωγείο.

Μετά την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 οι Έλληνες του Ικονίου εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Επίσης δύο οικισμοί που δημιουργήθηκαν από τους Κονιαλήδες πρόσφυγες έλαβαν το όνομά τους από την πόλη του Ικονίου: το Νέο Ικόνιο Περάματος Αττικής και το Νέο Ικόνιο Καρδίτσας.